ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κρίση στη Μέση Ανατολή: Στο κυβερνητικό τραπέζι πλαφόν κέρδους, επιδοτήσεις και μέτρα ανάσχεσης της ακρίβειας

Facebook
X
Email
LinkedIn
Pinterest
Telegram
WhatsApp
Print

Επιμέλεια Άρθρου:

MAXIMOU

Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται η κυβέρνηση απέναντι στις οικονομικές συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή, εξετάζοντας παρεμβάσεις που εκτείνονται από την επιβολή πλαφόν κέρδους στην αγορά έως στοχευμένες ενισχύσεις για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Μετά την επιστροφή του πρωθυπουργού από την Κύπρο πραγματοποιήθηκε νέα σύσκεψη με τη συμμετοχή του στενού κυβερνητικού επιτελείου, με αντικείμενο την αποτίμηση της κατάστασης και την προετοιμασία άμεσων απαντήσεων απέναντι στις ανατιμήσεις και την αβεβαιότητα.

Στη σύσκεψη συμμετείχαν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, ανάμεσά τους ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ενώ από τις Βρυξέλλες και το Eurogroup επρόκειτο να συνδεθεί και ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η ανάγκη να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις και να διαμορφωθεί ένα δίχτυ προστασίας για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αναφέρουν ότι βασικό σενάριο που εξετάζεται είναι η θέσπιση πλαφόν κέρδους σε ολόκληρη την αγορά, με στόχο να ανακοπούν φαινόμενα αδικαιολόγητων αυξήσεων. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται και πρόσθετα μέτρα ενίσχυσης, κυρίως με τη μορφή επιδομάτων προς τις οικονομικά ασθενέστερες ομάδες.

Ο Κωστής Χατζηδάκης, αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, υπογράμμισε ότι η κρίση έχει σύνθετα χαρακτηριστικά και πως οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία είναι ουσιαστικά αναπόφευκτες, με το βάρος τους να εξαρτάται άμεσα από το πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση και πόσο θα κλιμακωθεί. Παράλληλα, σημείωσε ως θετική εξέλιξη την κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών στην Κύπρο, επισημαίνοντας ότι η παρουσία δυνάμεων από Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία εκπέμπει τόσο ουσιαστικό όσο και πολιτικό μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά η Ευρώπη.

Σε ό,τι αφορά τα καύσιμα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τόνισε ότι στην Ελλάδα, όπως και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, οι τιμές της βενζίνης επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ο οποίος είναι σταθερός. Όπως εξήγησε, η μεγαλύτερη έκθεση εντοπίζεται στο ντίζελ, εκεί όπου οι διεθνείς ανατιμήσεις μπορούν να μεταφερθούν πιο έντονα στην εσωτερική αγορά. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να κινηθεί χωρίς συμβιβασμούς απέναντι σε ενδεχόμενα φαινόμενα αισχροκέρδειας, δίνοντας έμφαση στην ταχεία αντίδραση των συναρμόδιων υπουργείων.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος ανέφερε ότι υπάρχει σχεδιασμός για μέτρα στήριξης και πως οι σχετικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν όταν οριστικοποιηθούν μέσα στις επόμενες ημέρες. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση έκτακτων και εισαγόμενων κρίσεων, ενώ επανέλαβε ότι δεν πρόκειται να αφήσει την κοινωνία χωρίς στήριξη. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι οι δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας είναι συγκεκριμένες, αλλά η οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα, παράγοντας πλεονάσματα χωρίς επιβάρυνση των φορολογουμένων. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάγκη να αποφευχθεί η δημιουργία πανικού.

Η ανησυχία για τις επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία είναι ήδη έντονη, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι η χώρα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη από μια παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση, ιδιαίτερα λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης και της στενής οικονομικής διασύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της. Η πρώτη και πιο άμεση συνέπεια εκτιμάται ότι θα είναι ένα νέο κύμα εισαγόμενου πληθωρισμού, με αφετηρία την ενέργεια και σταδιακή διάχυση σε προϊόντα και υπηρεσίες.

Οι πρώτες πιέσεις αναμένονται στις τιμές της βενζίνης, του πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, γεγονός που εκτιμάται ότι θα περιορίσει την κατανάλωση. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, αν η κρίση παραταθεί, σημαντική επιβάρυνση αναμένεται και στις επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξει πίεση και στις εξαγωγές, ειδικά εάν η ευρωπαϊκή οικονομία επιβραδυνθεί περαιτέρω. Έντονος είναι επίσης ο προβληματισμός για τον τουρισμό, έναν τομέα με κομβική σημασία για την ελληνική οικονομία.

Σημαντικό κεφάλαιο της ανησυχίας αφορά και τη στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ενδεχόμενη άνοδος του πληθωρισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο αύξησης επιτοκίων, με κίνδυνο να υπονομευθεί η αναπτυξιακή προοπτική και να ενισχυθούν οι φόβοι για στασιμοπληθωρισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει ήδη διατυπωθεί η εκτίμηση ότι μια βεβιασμένη νομισματική αντίδραση θα μπορούσε να επιβαρύνει συνολικά την ευρωπαϊκή οικονομία, ιδίως σε μια περίοδο που μεγάλα κράτη αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό κόστος δανεισμού.

Ως αντίβαρα απέναντι στην κρίση προβάλλονται πέντε βασικοί παράγοντες. Πρώτον, η οικονομία εκτιμάται ότι θα διατηρήσει θετικό ρυθμό ανάπτυξης, ακόμη και υπό δυσμενή σενάρια αύξησης του πετρελαίου και των επιτοκίων. Δεύτερον, διαμηνύεται ότι υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για στοχευμένη στήριξη των πιο αδύναμων. Τρίτον, συνεχίζεται η εφαρμογή φορολογικών ελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων. Τέταρτον, σε επίπεδο δημόσιων οικονομικών, εκτιμάται ότι το χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ τα φορολογικά έσοδα μπορεί να ενισχυθούν λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού. Πέμπτον, επισημαίνεται η ανάγκη για ευρωπαϊκές παρεμβάσεις σε επίπεδο κοινών προμηθειών ενέργειας και εντατικοποίησης των διπλωματικών πρωτοβουλιών για αποκλιμάκωση.

Στο κυβερνητικό τραπέζι βρίσκεται και η πιθανότητα επαναφοράς του Fuel Pass, σε περίπτωση που η τιμή του πετρελαίου παραμείνει για σημαντικό διάστημα σε πολύ υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, εξετάζεται ενδεχόμενη επιδότηση λογαριασμών ρεύματος και φυσικού αερίου, με στόχο να απορροφηθεί μέρος της πίεσης που θα μεταφερθεί στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερα ανήσυχη εμφανίζεται και η αγορά, με την εμπορική κοινότητα να επισημαίνει ότι η νέα γεωπολιτική αναταραχή μπορεί να μεταφραστεί σε ισχυρό ενεργειακό σοκ, αυξημένο κόστος μεταφορών και νέες δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι πιέσεις αυτές εκτιμάται ότι θα συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, θα αυξήσουν τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης και θα επιβαρύνουν τελικά τις τιμές για τον καταναλωτή. Οι μικρότερες επιχειρήσεις θεωρούνται πιο εκτεθειμένες σε αυτό το περιβάλλον, καθώς διαθέτουν μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης του αυξημένου κόστους.

Οι διεθνείς εκτιμήσεις περιγράφουν τρία βασικά σενάρια: μια σύντομη κρίση με περιορισμένες συνέπειες, μια μέτρια αλλά παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές ροές και, στην πιο ακραία εκδοχή, μια σοβαρή και μακράς διάρκειας σύγκρουση που θα εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Στην τελευταία περίπτωση, οι αναταράξεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν όχι μόνο το κόστος ενέργειας και μεταφορών, αλλά και τη συνολική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Το διεθνές περιβάλλον παραμένει ήδη εξαιρετικά βαρύ. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου κινούνται έντονα ανοδικά, ενώ στις χρηματαγορές έχουν καταγραφεί ισχυρές πιέσεις. Παράλληλα, εντείνονται οι φόβοι για παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας και της ενεργειακής τροφοδοσίας, με τις παγκόσμιες αγορές να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και στην παραγωγή βασικών πετρελαιοπαραγωγών χωρών.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το μήνυμα που εκπέμπεται από την Αθήνα είναι διπλό: από τη μία, ετοιμότητα για παρεμβάσεις που θα ανακουφίσουν πολίτες και αγορά, και από την άλλη, αποφασιστικότητα να αποτραπούν φαινόμενα αισχροκέρδειας που θα επιδείνωναν ακόμη περισσότερο τις συνέπειες της διεθνούς κρίσης στην καθημερινότητα.