Για το περιστατικό με το βρέφος στη Ζάκυνθο και τη στάση της παιδιάτρου τοποθετήθηκε ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Στίγμα 97.6. Ο υπουργός χαρακτήρισε «εξωφρενική και αδιανόητη» τη συμπεριφορά της γιατρού, ξεκαθαρίζοντας ότι η ευθύνη, εφόσον επιβεβαιωθούν τα στοιχεία, είναι αποκλειστικά ατομική.
Ο κ. Γεωργιάδης εξήγησε αναλυτικά το πλαίσιο της εφημερίας ετοιμότητας (on call), επισημαίνοντας ότι ο γιατρός που βρίσκεται σε αυτό το καθεστώς οφείλει να είναι άμεσα διαθέσιμος και να προσέλθει στο Νοσοκομείο μόλις του ζητηθεί. Όπως τόνισε, η παροχή αρχικών οδηγιών τηλεφωνικά είναι θεμιτή, όμως όταν το περιστατικό κρίνεται σοβαρό και ζητείται η φυσική παρουσία του ιατρού, η ανταπόκριση είναι υποχρεωτική. «Δεν μπορεί να απουσιάζει, δεν μπορεί να μην απαντά στο τηλέφωνο, δεν μπορεί να αρνηθεί να προσέλθει, ούτε να βρίσκεται εκτός Ζακύνθου κατά τη διάρκεια της εφημερίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, παραδέχθηκε ότι βασικές ειδικότητες, όπως Παθολόγοι, Ακτινολόγοι και Παιδίατροι, παρουσιάζουν σημαντικά κενά. Σημείωσε ότι το υπουργείο εξετάζει τρόπους ενίσχυσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας και ενδεχόμενη συνεργασία με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, προκειμένου να αναζητηθούν πιο αποτελεσματικές λύσεις, καθώς, παρά τις προκηρύξεις θέσεων, η ανταπόκριση συχνά είναι περιορισμένη.
Ο υπουργός υποστήριξε ότι οι συνολικές ελλείψεις ιατρών στο ΕΣΥ έχουν μειωθεί κατά 50% τα τελευταία δύο χρόνια, αν και παραμένει ένα δύσκολο ποσοστό προς κάλυψη. Παράλληλα, χαρακτήρισε το Νοσοκομείο Ζακύνθου ως ένα από τα καλύτερα περιφερειακά νοσοκομεία της χώρας, προαναγγέλλοντας επίσκεψή του στο νησί για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την κατάσταση.
Σχετικά με τις αμοιβές, αναγνώρισε ότι οι γιατροί του ΕΣΥ πρέπει να αμείβονται καλύτερα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η υποστελέχωση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με αυξήσεις μισθών. Όπως ανέφερε, για να εξισωθούν οι αποδοχές με χώρες όπως η Γερμανία, θα απαιτούνταν επιπλέον δαπάνη τριών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, γεγονός που θα συνεπαγόταν σημαντική αύξηση της φορολογίας. Έθεσε μάλιστα ρητορικά το ερώτημα αν η κοινωνία θα αποδεχόταν διπλασιασμό ή και τριπλασιασμό του ΕΝΦΙΑ για να φτάσουν οι μισθοί των γιατρών στις οκτώ χιλιάδες ευρώ.
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί στελέχωσης κάτω του 50%, υποστήριξε ότι οι σχετικοί υπολογισμοί αφορούν μόνο τους μόνιμους ιατρούς. Αν συνυπολογιστούν οι επικουρικοί και οι συμβασιούχοι, η πληρότητα στα περιφερειακά νοσοκομεία, όπως είπε, κυμαίνεται μεταξύ 75% και 80%. Παράλληλα, επεσήμανε ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι κλίνες δεν λειτουργούν στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα οι πραγματικές ανάγκες να διαμορφώνονται αναλόγως.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι, εφόσον η ΕΔΕ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παιδίατρος δεν ανταποκρίθηκε ενώ κλήθηκε, οι συνέπειες θα είναι δεδομένες. «Η εφημερία ετοιμότητας αποτελεί θεμέλιο του ΕΣΥ και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική διαδικασία», σημείωσε, τονίζοντας ότι τα διαχρονικά προβλήματα του συστήματος δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για ατομικές παραλείψεις.