ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Έφυγε απο τη ζωή σε ηλικία 99 ετών η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (Βίντεο)

Facebook
X
Email
LinkedIn
Pinterest
Telegram
WhatsApp
Print

Επιμέλεια Άρθρου:

5346346

Σε ηλικία 99 ετών έφυγε από τη ζωή η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, αφήνοντας πίσω της ένα πολυσχιδές επιστημονικό και πνευματικό αποτύπωμα που επηρέασε καθοριστικά τη βυζαντινολογική έρευνα και τον τρόπο με τον οποίο η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία προσεγγίζει το Βυζάντιο.

Γεννημένη στην Αθήνα το 1926, με ρίζες από τη Μικρά Ασία, μεγάλωσε σε οικογένεια με καταγωγή από την Προύσα. Ο πατέρας της, Νίκος Γλύκατζης, δραστηριοποιούνταν ως έμπορος, ενώ η μητέρα της, Καλλιρόη το γένος Ψαλτίδη, προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των μαθητριών στο Παγκράτι υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Πασαλάρη. Στα Δεκεμβριανά ακολούθησε τον ΕΛΑΣ στην αποχώρησή του από την Αττική και επέστρεψε στον Βύρωνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εργάστηκε, ως γνώστρια της γαλλικής γλώσσας, στον κύκλο της βασίλισσας Φρειδερίκης, ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε ερευνητικά στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949–1953).

Η διαδρομή στο Παρίσι και η ακαδημαϊκή κορυφή

Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια αργότερα εντάχθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), όπου εξελίχθηκε σε διευθύντρια σπουδών το 1964. Το 1966 αναγορεύθηκε διδάκτωρ με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη ναυτική του διάσταση («Byzance et la mer»), ενώ το 1967 εκλέχθηκε καθηγήτρια στη Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I).

Διετέλεσε διευθύντρια του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου και της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Αντιπρύτανις την περίοδο 1970–1973 και, το 1976, Πρύτανις του Πανεπιστημίου. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε τη θέση αυτή στην επτακοσίων ετών ιστορία της Σορβόννης, καθώς και η πρώτη γυναίκα διεθνώς που ανέλαβε αντίστοιχο αξίωμα σε πανεπιστήμιο παγκόσμιας εμβέλειας.

Για τη Γλύκατζη-Αρβελέρ, το Βυζάντιο δεν αποτελούσε απλώς αντικείμενο έρευνας, αλλά πεδίο κατανόησης της πολιτικής σκέψης, της κοινωνικής οργάνωσης και της πολιτισμικής συνέχειας. Με το έργο της επαναπροσδιόρισε τη θέση της αυτοκρατορίας στον ευρωπαϊκό ιστορικό ορίζοντα, αναδεικνύοντας τον ρόλο της στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας της ηπείρου.

Διεθνής παρουσία και πνευματική παρακαταθήκη

Η δράση της εκτεινόταν πέρα από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Συμμετείχε ενεργά σε οργανισμούς και ιδρύματα όπως το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού, η UNESCO και το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, συμβάλλοντας στον διάλογο ανάμεσα στην ιστορική γνώση και τη σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα.

Το συγγραφικό της έργο, πολυάριθμο και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, άγγιξε τόσο τη βυζαντινολογία όσο και τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Στο βιβλίο «Από μένα αυτά…» κατέγραψε βιώματα από τα παιδικά της χρόνια, την περίοδο της Κατοχής, την Αντίσταση, τη μετανάστευση και τη ζωή της στη Γαλλία, φωτίζοντας πτυχές της προσωπικής και πνευματικής της διαδρομής.

Αναγνωρίστηκε ως επίτιμη διδάκτωρ σε κορυφαία πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, τα Πανεπιστήμια του Λονδίνου, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, ενώ υπήρξε μέλος ή τιμητικό μέλος ακαδημιών όπως της Αθηνών, του Βερολίνου, της Βουλγαρίας και της Βρετανικής Ακαδημίας. Παράλληλα, τιμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με ανώτατα παράσημα, μεταξύ των οποίων ο τίτλος του Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και ο Μεγαλόσταυρος του Εθνικού Τάγματος της Τιμής.

Η σύνδεση με την ΑΕΚ και το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού

Ιδιαίτερη ήταν και η σχέση της με την ΑΕΚ. Το 2018 ανέλαβε την προεδρία της Επιστημονικής Επιτροπής του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού που στεγάζεται στην «Αγιά Σοφιά». Στην παρουσίαση που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο της Ακρόπολης, ανακοινώθηκαν τα μέλη της Επιτροπής, τα οποία είχαν επιλεγεί από τον Δημήτρη Μελισσανίδη.

Στην τοποθέτησή της είχε επισημάνει ότι η ίδρυση Μουσείου για τον Προσφυγικό Ελληνισμό άργησε έναν αιώνα, χαρακτηρίζοντας την απουσία σχετικής πανεπιστημιακής έδρας ως κενό σε σύγκριση με το εξωτερικό. Εξέφρασε τη χαρά της για την πρωτοβουλία της ΑΕΚ, συνδέοντας μάλιστα προσωπικές μνήμες από την παιδική της ηλικία με τον σύλλογο. Επικαλέστηκε στίχους της ποντιακής παράδοσης για τη «Ρωμανία» και υπογράμμισε τη σημασία της διατήρησης της μνήμης.

Στην επίσημη ανακοίνωση του συλλόγου τονιζόταν ότι το νέο γήπεδο δεν θα αποτελούσε απλώς αθλητική εγκατάσταση, αλλά έναν πολυλειτουργικό χώρο με άξονα τον αθλητισμό, την ιστορία και τον πολιτισμό, με το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού ως βασικό πυλώνα μνήμης και αναφοράς.

Με την απώλειά της, η ελληνική και διεθνής επιστημονική κοινότητα αποχαιρετά μια προσωπικότητα που συνέδεσε τη μελέτη του Βυζαντίου με τον σύγχρονο προβληματισμό για την ταυτότητα, τη μνήμη και τον πολιτισμό, αφήνοντας μια παρακαταθήκη που ξεπερνά τα όρια της ακαδημαϊκής έρευνας.