Σύμφωνα με το in.gr η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη θέση μεταξύ των πιο ηλικιωμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η διάμεση ηλικία του πληθυσμού ανέρχεται στα 47,2 έτη, τη στιγμή που ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ διαμορφώνεται στα 44,9 έτη.
Με άλλα λόγια, ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι νεότερος από τα 47,2 χρόνια και ο άλλος μισός μεγαλύτερος. Η απόσταση των 2,3 ετών από τον «διάμεσο» Ευρωπαίο αποτυπώνει τη σαφή δημογραφική γήρανση της Ελλάδας, η οποία παρουσιάζει τον τρίτο ταχύτερο ρυθμό αύξησης ηλικίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Στην κορυφή της σχετικής λίστας βρίσκεται η Ιταλία, με διάμεση ηλικία 49,1 έτη, ενώ ακολουθούν, οριακά πάνω από την Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Βουλγαρία. Τα στοιχεία αφορούν αποκλειστικά άτομα που έχουν γεννηθεί στη χώρα διαμονής τους και δεν περιλαμβάνουν μετανάστες πρώτης γενιάς και πρόσφυγες, οι οποίοι συνήθως προέρχονται από πληθυσμούς με χαμηλότερη μέση ηλικία.
Η Ευρώπη μεγαλώνει ηλικιακά
Σε ορίζοντα δεκαετίας, η διάμεση ηλικία στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 2,1 έτη. Το 2015, το μέσο σημείο ηλικίας των Ευρωπαίων ήταν τα 42,8 έτη, γεγονός που σημαίνει ότι μέσα σε δέκα χρόνια η ήπειρος γέρασε αισθητά.
Η πιο νεανική χώρα της Ένωσης είναι η Ιρλανδία, με διάμεση ηλικία 39,6 έτη, ενώ η Ιταλία διατηρεί τα πρωτεία στη γήρανση με 49,1 έτη. Η αύξηση της διάμεσης ηλικίας καταγράφηκε σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη, με τις μεγαλύτερες μεταβολές να εντοπίζονται στη Σλοβακία και την Κύπρο, όπου η άνοδος έφτασε τα τέσσερα χρόνια.
Αντίθετα, μόνο η Γερμανία και η Μάλτα παρουσίασαν μείωση στη διάμεση ηλικία μεταξύ 2015 και 2025. Στη Γερμανία η ηλικία υποχώρησε από 45,9 σε 45,5 έτη και στη Μάλτα από 40,4 σε 40 έτη. Ειδικά την περίοδο 2024–2025, η διάμεση ηλικία αυξήθηκε σε 25 χώρες της ΕΕ, παρέμεινε αμετάβλητη στη Γερμανία και τη Δανία και δεν σημειώθηκε καμία μείωση.
Αυξανόμενο το ποσοστό των ηλικιωμένων
Ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 2025 εκτιμάται σε 450,6 εκατομμύρια άτομα. Τα παιδιά ηλικίας 0–14 ετών αποτελούν το 14,4% του συνόλου, ενώ ο πληθυσμός 15–64 ετών —ηλικία που θεωρείται παραγωγική— αντιστοιχεί στο 63,6%.
Οι πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω αντιπροσωπεύουν πλέον το 22% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ, ποσοστό αυξημένο κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος και κατά 2,9 μονάδες σε σύγκριση με πριν από δέκα χρόνια.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό των ηλικιωμένων αγγίζει το 23,7%, το τέταρτο υψηλότερο στην Ένωση. Μπροστά βρίσκονται η Ιταλία (24,7%), η Πορτογαλία (24,3%) και η Βουλγαρία (24%). Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στο Λουξεμβούργο (15,2%), την Ιρλανδία (15,7%) και την Κύπρο (18,3%). Από το 2024 στο 2025, το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 αυξήθηκε σε 26 κράτη-μέλη, ενώ μόνο η Μάλτα παρέμεινε σταθερή.
Συρρίκνωση του παιδικού πληθυσμού
Η εικόνα αντιστρέφεται όσον αφορά τα παιδιά. Το 2025, μόλις δύο χώρες —το Λουξεμβούργο και η Γερμανία— διατήρησαν σταθερό το ποσοστό των παιδιών στον πληθυσμό τους. Στα υπόλοιπα κράτη σημειώθηκε μείωση.
Τα υψηλότερα ποσοστά παιδιών παρατηρούνται στην Ιρλανδία (18,5%), τη Σουηδία (16,8%) και τη Γαλλία (16,6%). Στον αντίποδα βρίσκονται η Ιταλία (11,9%), η Μάλτα (12,1%) και η Πορτογαλία (12,6%).
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες με χαμηλή παρουσία παιδιών, καθώς το ποσοστό τους περιορίζεται στο 12,8% του πληθυσμού. Η τάση είναι καθοδική: το 2015 τα παιδιά αντιστοιχούσαν στο 14,5% του ελληνικού πληθυσμού, γεγονός που καταδεικνύει αισθητή υποχώρηση μέσα σε μία δεκαετία.
Πίεση στο παραγωγικό δυναμικό
Οι δημογραφικές μεταβολές αποτυπώνονται και στον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων, ο οποίος μετρά τη σχέση του πληθυσμού 65+ προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας.
Στην ΕΕ, την 1η Ιανουαρίου 2025, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 34,5%, που σημαίνει ότι αντιστοιχούν λίγο περισσότερα από τρία άτομα σε ηλικία εργασίας για κάθε έναν πολίτη 65 ετών και άνω. Το 2024 ο δείκτης ήταν 33,9%, γεγονός που μεταφράζεται σε ετήσια αύξηση 0,6 ποσοστιαίων μονάδων.
Οι χαμηλότεροι δείκτες εξάρτησης καταγράφονται στο Λουξεμβούργο (22%), την Ιρλανδία (23,8%) και τη Μάλτα (26,6%), όπου αντιστοιχούν σχεδόν πέντε άτομα εργάσιμης ηλικίας για κάθε ηλικιωμένο. Αντίθετα, τα υψηλότερα επίπεδα παρατηρούνται στην Ιταλία (39%), τη Βουλγαρία (38,7%) και την Πορτογαλία (38,6%), με λιγότερα από τρία άτομα εργάσιμης ηλικίας ανά ηλικιωμένο.
Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης ιδιαίτερα υψηλό δείκτη, στο 37,4%, επιβεβαιώνοντας τη δημογραφική πίεση που ασκείται στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Μάλιστα, μεταξύ 2024 και 2025, ο δείκτης αυξήθηκε σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, υπογραμμίζοντας ότι η γήρανση αποτελεί πανευρωπαϊκή πρόκληση με έντονη δυναμική.