Σε δύο παράλληλες πρωτοβουλίες με διαφορετικό αλλά κρίσιμο αποτύπωμα για τον πρωτογενή τομέα και την επιχειρηματικότητα προχώρησε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ενεργοποιώντας τόσο διαδικασίες αναγνώρισης ανωτέρας βίας για πληγέντες κτηνοτρόφους όσο και μια νέα ψηφιακή εφαρμογή που απλοποιεί τις διασυνοριακές συναλλαγές μικρών επιχειρήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο σκέλος που αφορά την κτηνοτροφία, καλούνται οι παραγωγοί οι οποίοι υπέστησαν απώλειες ζωικού κεφαλαίου λόγω ζωονόσων το 2025 να υποβάλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά στις αρμόδιες Περιφερειακές Διευθύνσεις, προκειμένου να εξεταστεί η συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας. Η προθεσμία ολοκληρώνεται στις 23 Φεβρουαρίου 2026, με τη διοικητική διαδικασία να επισπεύδεται σε σχέση με προηγούμενα έτη, ώστε να μην καθυστερήσει η συνολική αλυσίδα καταβολής αποζημιώσεων. Ενδεικτικά, για το προηγούμενο έτος αιτήσεων είχαν κατατεθεί εκατοντάδες αιτήματα, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα εγκρίθηκε πλήρως ή μερικώς, με την αναγνώριση να επεκτείνεται και στο επόμενο έτος, βάσει του ισχύοντος πλαισίου.
Παράλληλα, τίθεται σε κανονική λειτουργία μέσω της ψηφιακής πύλης myAADE μια νέα εφαρμογή που υλοποιεί το ευρωπαϊκό ειδικό καθεστώς ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις. Το σύστημα αυτό στοχεύει στη δραστική μείωση των διοικητικών εμποδίων για επιχειρήσεις που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε περισσότερα κράτη μέλη, καταργώντας την ανάγκη απόκτησης ξεχωριστού φορολογικού αριθμού και υποβολής πολλαπλών δηλώσεων ΦΠΑ σε κάθε χώρα.
Η υπαγωγή στο καθεστώς προϋποθέτει συγκεκριμένα όρια κύκλου εργασιών σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, ενώ μέσω της εφαρμογής οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να δηλώνουν τη συμμετοχή τους, να επεκτείνουν ή να διακόπτουν τη χρήση του καθεστώτος και να υποβάλλουν περιοδικές αναφορές για τις συναλλαγές τους. Η Αρχή αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση, την επικοινωνία με τα λοιπά κράτη μέλη και τον έλεγχο της τήρησης των προβλεπόμενων ορίων.
Οι δύο παρεμβάσεις, αν και απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια, συγκλίνουν σε έναν κοινό στόχο: την ταχύτερη διεκπεραίωση κρίσιμων διαδικασιών, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την παροχή μεγαλύτερης ασφάλειας τόσο σε παραγωγούς που επλήγησαν από έκτακτες συνθήκες όσο και σε μικρές επιχειρήσεις που αναζητούν διέξοδο στην ευρωπαϊκή αγορά.