Σύμφωνα με το tomanifesto.gr σφοδρή επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα εξαπέλυσε ο Σταύρος Κοντονής, με αφορμή την «Ιθάκη» και, όπως υποστήριξε, την προσπάθεια επανατοποθέτησης του πρώην πρωθυπουργού στο πολιτικό σκηνικό μέσω ενός νέου αφηγήματος επιστροφής.
Σε παρέμβασή του στο Kontra, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε ότι στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ευρύτερα στην Αριστερά επικρατεί κλίμα έντονης αγανάκτησης και αποθάρρυνσης για όσα περιλαμβάνει το βιβλίο. Ο ίδιος δήλωσε ότι η ανάγνωση της «Ιθάκης» τού άφησε αρνητική εντύπωση, εκφράζοντας έτσι τη διαφωνία του με το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό πολιτική, ακόμη και με τη μορφή νέου κόμματος.
«Rebranding» με όρους εντυπώσεων και συμβολισμών
Κεντρικό σημείο της κριτικής του Σταύρου Κοντονή ήταν ο τρόπος με τον οποίο, κατά την άποψή του, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να «χτίσει» ξανά την εικόνα του. Υποστήριξε ότι το εγχείρημα αυτό κινείται σε επίπεδο εντυπώσεων και σχολίων που δεν ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα της πολιτικής πραγματικότητας, παραπέμποντας σε αποσπάσματα της «Ιθάκης» που, όπως είπε, δεν συνιστούν ουσιαστική πολιτική αποτίμηση.
Ειδική αναφορά έκανε σε περιγραφές του βιβλίου που στηρίζονται σε συμβολισμούς, όπως η αφήγηση για ένα περιστέρι που εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του Αλέξη Τσίπρα. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κοντονής σχολίασε ότι τέτοιου τύπου «μηνύματα» και υπαινιγμοί θυμίζουν πρακτικές πολιτικού συμβολισμού που, όπως σημείωσε, παραπέμπουν σε ύφος που δεν ταιριάζει σε μια σοβαρή δημόσια παρέμβαση, κάνοντας μάλιστα παραλληλισμό με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.
Εικόνα «κυβέρνησης παρέας» και στοχοποίηση συνεργατών
Αιχμηρός υπήρξε και ως προς την εικόνα που, κατά τον ίδιο, διαμορφώνει η «Ιθάκη» για τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σταύρος Κοντονής υποστήριξε ότι ο τρόπος αφήγησης δημιουργεί την εντύπωση μιας κυβέρνησης που λειτουργούσε χωρίς συγκροτημένη θεσμική πειθαρχία, περισσότερο ως χαλαρή «παρέα» παρά ως οργανωμένο κυβερνητικό σχήμα.
Παράλληλα, κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα ότι παρουσιάζει πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος με υποτιμητικό και απαξιωτικό τρόπο, κάτι που, κατά τον κ. Κοντονή, οδηγεί σε μια προσπάθεια μετακύλισης ευθυνών για τα λάθη εκείνης της περιόδου. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι εφόσον εκθέτει συνεργάτες του, θα όφειλε να κάνει το ίδιο και για τις δικές του επιλογές και αστοχίες ως πρωθυπουργός, με σαφή καταγραφή των προσωπικών του ευθυνών.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ανέφερε ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στο βιβλίο αναφορά στο ταξίδι που, όπως είπε, είχε πραγματοποιήσει τότε ο Αλέξης Τσίπρας με θαλαμηγό μεγαλοεπιχειρηματία, γεγονός που –κατά τον ίδιο– προκάλεσε ισχυρό πλήγμα στην εικόνα της κυβέρνησης, ειδικά επειδή συνέβη στον απόηχο της τραγωδίας στο Μάτι.
Βολές και προς το ΠΑΣΟΚ, απαισιοδοξία για την αντιπολίτευση
Ο πρώην υπουργός δεν περιορίστηκε στην κριτική προς τον Αλέξη Τσίπρα. Υποστήριξε ότι όσα γράφονται στην «Ιθάκη» χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις και ανακρίβειες, αποδίδοντας στον πρώην πρωθυπουργό υποκριτική στάση και επισημαίνοντας ότι μια πιθανή επιστροφή του θα κουβαλά «βαριά φορτία».
Ταυτόχρονα, δήλωσε απαισιόδοξος για την πορεία της Αριστεράς συνολικά, σημειώνοντας ότι δεν διαβλέπει προοπτική ούτε για τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε για το ΠΑΣΟΚ. Τους απέδωσε, μάλιστα, ευθύνες για την αδυναμία συγκρότησης ενός λεγόμενου προοδευτικού μετώπου, υποστηρίζοντας ότι πλέον έχει χαθεί ο χρόνος για μια τέτοια εξέλιξη.
Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε υπαινιγμούς για τα μικρότερα σχήματα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στον χώρο της Αριστεράς, καθώς και για το φερόμενο κόμμα Καρυστιανού –χωρίς να το κατονομάσει– εκτιμώντας ότι τέτοιου είδους πολιτικά «πειράματα» δύσκολα μπορούν να καλύψουν το κενό αξιοπιστίας που, όπως είπε, έχει δημιουργηθεί στην αντιπολίτευση.
Αναφορά στους αγρότες και πρόταση για φορολογικές αυξήσεις
Κλείνοντας, ο Σταύρος Κοντονής άσκησε κριτική στην κυβέρνηση με αφορμή τα ζητήματα των αγροτών, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν οικονομικά περιθώρια στήριξης, υπό την προϋπόθεση αύξησης της φορολογίας σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Η τοποθέτησή του εντάχθηκε σε μια ευρύτερη κριτική για το περιεχόμενο και τις προτεραιότητες της λεγόμενης «προοδευτικής διακυβέρνησης», όπως αυτές –κατά την εκτίμησή του– επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο.