Άλλη μία δυσμενής επίδοση καταγράφεται για τη χώρα, καθώς –με βάση στοιχεία της Eurostat– σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους (19%) δήλωσε ότι το 2024 δεν κατάφερε να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του. Το ποσοστό χαρακτηρίζεται ως το υψηλότερο των τελευταίων ετών για την Ελλάδα και εμφανίζεται υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα της ποιότητας του κτιριακού αποθέματος και της πρόσβασης σε αποτελεσματικές λύσεις θέρμανσης.
Παλαιές κατοικίες, χαμηλή μόνωση, υψηλή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα
Στο επίκεντρο του προβλήματος τοποθετείται το ίδιο το κτιριακό απόθεμα: κατοικίες κατά κανόνα παλαιές, με ανεπαρκή μόνωση και έντονη εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Η πρόκληση περιγράφεται ως ακόμη πιο σύνθετη στις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, όπου η αναβάθμιση ενός κτιρίου προϋποθέτει συνεννόηση, συντονισμό και συλλογική απόφαση.
Ρυθμός ανακαινίσεων κάτω από 1% και προγράμματα που δεν «φτάνουν» σε όλους
Παρότι η ενεργειακή αναβάθμιση αναφέρεται συχνά στο δημόσιο διάλογο, η πραγματικότητα αποτυπώνεται ως ιδιαίτερα πιεστική: ο τρέχων ρυθμός ανακαινίσεων στην Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλότερος από 1%, σημαντικά κάτω από τον ετήσιο στόχο του 2% που έχει τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι, μολονότι κάθε χρόνο διατίθενται δημόσιοι πόροι κοντά στο 1 δισ. ευρώ, το σύστημα θεωρείται δύσχρηστο για τον μέσο πολίτη, με διαδικασίες που απαιτούν πολύπλοκη καταγραφή και με προγράμματα τα οποία σπανίως ενθαρρύνουν ριζικές, ουσιαστικές ανακαινίσεις βάσει επιδόσεων.
Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφεται, είναι διττό: αφενός προκύπτουν συχνά «επιφανειακές» παρεμβάσεις, αφετέρου τα πιο εύπορα νοικοκυριά τείνουν να ωφελούνται δυσανάλογα, ενώ μένουν πίσω όσοι κατοικούν σε ενεργοβόρα κτίρια ή σε πυκνοδομημένα περιβάλλοντα.
Το εμπόδιο της πολυκατοικίας και το περιορισμένο «βάθος» των ενεργειακών κοινοτήτων
Η συλλογική ανακαίνιση αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα απαιτητική, ειδικά στις πολυκατοικίες όπου συνυπάρχουν πολλοί ιδιοκτήτες και η συναίνεση καθίσταται δύσκολη. Την ίδια στιγμή, αν και στη χώρα αναφέρονται πάνω από 1.700 καταχωρημένες ενεργειακές κοινότητες, εκτιμάται ότι μόνο ένα μικρό μέρος (4%–7%) λειτουργεί πραγματικά με καθοδήγηση από τους πολίτες και μπορεί να αναλάβει συντονισμένη δράση. Πολλές, όπως σημειώνεται, δεν διαθέτουν την τεχνική, οργανωτική και οικονομική στήριξη που απαιτείται για να ανοίξουν τον δρόμο σε ανακαινίσεις μεγάλης κλίμακας.
Η κοινοπραξία SPETE και το μοντέλο «One-Stop-Shop»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου, η ΕΚΠΟΙΖΩ και ο Ενεργειακός Συνεταιρισμός Electra Energy συγκρότησαν την κοινοπραξία SPETE, με στόχο να κινητοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες, να ενισχυθεί η εκπαίδευση των πολιτών και να δημιουργηθεί ένα οργανωμένο «ρεύμα» ενεργειακών αναβαθμίσεων με πρωτοβουλία της κοινότητας.
Ο σχεδιασμός βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο εξυπηρέτησης «One-Stop-Shop», προσαρμοσμένο στις ελληνικές συνθήκες, που δεν περιορίζεται στην υποστήριξη μεμονωμένων έργων: στοχεύει στη σταδιακή συγκρότηση συλλογικοτήτων που θα μπορούν να λειτουργούν ως μακροπρόθεσμοι φορείς ανακαίνισης, με ικανότητα να στέκονται αυτόνομα.
Τι «φέρνει» κάθε εταίρος στη συνεργασία
Σύμφωνα με το πλαίσιο που παρουσιάζεται, οι τρεις φορείς καλύπτουν διαφορετικές –αλλά συμπληρωματικές– ανάγκες:
-Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ): τεχνική βάση για ριζικές ανακαινίσεις, μοντελοποίηση επιδόσεων κτιρίων, εκπαίδευση κατασκευαστών, διασφάλιση ποιότητας και παρακολούθηση με αναφορά στα πρότυπα Passive House και EnerPHit.
-Electra Energy: εμπειρία στην κινητοποίηση ενεργειακών κοινοτήτων, στη συμμετοχική διακυβέρνηση και στην κοινωνική οργάνωση.
-ΕΚΠΟΙΖΩ: νομική προστασία, διαφανείς διαδικασίες, επίλυση διαφορών και καθοδήγηση πολιτών, ως κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης σε μια κατακερματισμένη αγορά.
Από την κατάρτιση στην πράξη: τοπικές δεξιότητες και κοινωνικές ESCO
Κεντρικός άξονας είναι η ενεργοποίηση αστικών και αγροτικών ενεργειακών κοινοτήτων, αλλά και κοινοτήτων πολυκατοικιών, ώστε να εξελιχθούν σε βιώσιμους παρόχους υπηρεσιών. Το σχήμα προβλέπει αξιοποίηση δεξιοτήτων από μέλη των ίδιων των κοινοτήτων –συμπεριλαμβανομένων ανέργων ή υποαπασχολούμενων– οι οποίοι θα λαμβάνουν πρακτική, διαπιστευμένη κατάρτιση στη ριζική ενεργειακή ανακαίνιση.
Στη συνέχεια, τα εκπαιδευμένα μέλη καλούνται να εφαρμόσουν όσα έμαθαν τοπικά, δημιουργώντας εμπειρία και ένα «χαρτοφυλάκιο» ολοκληρωμένων έργων. Στον ορίζοντα τίθεται η δυνατότητα οι κοινότητες αυτές να μετασχηματιστούν, με την πάροδο του χρόνου, σε μη κερδοσκοπικές κοινωνικές Εταιρείες Ενεργειακών Υπηρεσιών (ESCO), ικανές να παρέχουν αξιόπιστες και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες τόσο εντός της κοινότητας όσο και ευρύτερα.
Διαδικασίες που θα μπορούν να αναπαραχθούν πανελλαδικά
Ο ρόλος του SPETE περιγράφεται ως «απόδειξη στην πράξη» μιας πλήρους διαδρομής ανακαίνισης υπό την ηγεσία της κοινότητας: από την κινητοποίηση και την ανάπτυξη ικανοτήτων, έως τον τεχνικό σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση, την υλοποίηση και τη μακροχρόνια οργανωτική ωρίμανση.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η δημιουργία εργαλείων που θα διευκολύνουν την αναπαραγωγή του μοντέλου, όπως: νομικά εργαλεία και μηχανισμοί διακυβέρνησης, οικονομικά μοντέλα τύπου «πληρωμή μέσω εξοικονόμησης» (pay-as-you-save), διαδικασίες κατάρτισης και πιστοποίησης, στρατηγικές κινητοποίησης και μηχανισμοί διασφάλισης ποιότητας.
Τρία παραδείγματα κοινοτήτων με διαφορετική αφετηρία
Η προσέγγιση «δοκιμάζεται» σε τρεις συλλογικότητες που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης:
-Hyperion (Αθήνα): παρουσιάζεται ως η πιο προχωρημένη περίπτωση, με κινητοποιημένη ομάδα, εντοπισμένα κτίρια ώριμα για ανακαίνιση, συγκατάθεση ενοίκων πολυκατοικίας και εκδηλώσεις ενδιαφέροντος από περίπου 20 νοικοκυριά (περίπου το 25% των μελών).
-Κοινέργεια / CommonEn (Ήπειρος): κοινότητα με δυναμική, σε περιοχή με δύσκολες κλιματικές συνθήκες και υψηλή υγρασία τον χειμώνα, που θεωρεί τις ανακαινίσεις αναγκαίες. Αναφέρεται συνεργασία με δημοτικές αρχές, συμμετοχή στην ανάπτυξη αγροβολταϊκού έργου και δημιουργία «ζωντανού εργαστηρίου» τοπικής καινοτομίας, ενώ η προετοιμασία για πρωτοβουλίες πολιτών περιγράφεται ως πρώιμη έως ενδιάμεση.
-Ενεργειακή Κοινότητα Βροντάδου (Χίος) – VEC: βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, με 95 μέλη και εμπειρία στη λειτουργία ηλιακών πάρκων, αλλά με έλλειμμα τεχνικής τεχνογνωσίας και οργανωμένου σχεδίου ανακαίνισης. Σε αυτή την περίπτωση, το SPETE καλείται να ενισχύσει την εκπαίδευση στην ενέργεια και να προετοιμάσει τα μέλη για τον εντοπισμό και τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών.
Το διαρκές έλλειμμα: εξειδικευμένοι και αξιόπιστοι επαγγελματίες ανακαινίσεων
Ένα από τα πιο επίμονα εμπόδια που αναδεικνύονται είναι η έλλειψη ειδικευμένου και αξιόπιστου εργατικού δυναμικού στον τομέα των ανακαινίσεων. Η λογική της κοινοτικής ανακαίνισης προτείνεται ως απάντηση που μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, να μειώσει την εξάρτηση από αναξιόπιστους αναδόχους και να ενισχύσει τις τοπικές οικονομίες, καθώς η γνώση και η υλοποίηση «μένουν» μέσα στην ίδια την κοινότητα.
Το ζητούμενο έως το 2030
Η ανάγκη για κλιμακούμενες, ποιοτικές ανακαινίσεις συνδέεται άμεσα με τον στόχο της χώρας για σημαντική μείωση εκπομπών έως το 2030. Με το 19% των πολιτών να δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης το 2024, το διακύβευμα περιγράφεται ως άμεσο και πρακτικό: η ενεργειακή αναβάθμιση δεν αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα τεχνική επιλογή, αλλά ως βασική προϋπόθεση για κατοικίες πιο αποδοτικές, πιο ανθεκτικές και ουσιαστικά λειτουργικές για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτές.