Μια εξαιρετικά πλούσια και ουσιαστική καταγραφή των πασχαλινών εθίμων της Ζακύνθου παρουσίασε η λαογράφος Μαρία Φιορεντίνου, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Πρίσμα 90.2. Μέσα από τη συνέντευξή της φωτίστηκε ένας ολόκληρος κόσμος από γεύσεις, τελετουργίες, τοπικές συνήθειες, λαογραφικά στοιχεία και βιώματα, που εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανά στο νησί και να συνθέτουν τη μοναδική πολιτισμική του ταυτότητα.
Όπως αναδείχθηκε στη συζήτηση, η Μεγάλη Εβδομάδα στη Ζάκυνθο δεν αποτελεί απλώς μια θρησκευτική περίοδο, αλλά μια βαθιά βιωματική εμπειρία, όπου η πίστη, η κατάνυξη, η οικογένεια, η κοινότητα και το φαγητό ενώνονται με τρόπο αξεχώριστο. Η Μαρία Φιορεντίνου υπογράμμισε ότι τα ζακυνθινά έθιμα δεν πρέπει να λησμονούνται, αλλά να διατηρούνται ζωντανά, ώστε οι νεότερες γενιές να γνωρίζουν τι έκαναν οι παλαιότεροι και πώς διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο η παράδοση του τόπου.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα στοιχεία που διαφοροποιούν τη Ζάκυνθο από άλλες περιοχές της Ελλάδας κατά την πασχαλινή περίοδο. Όπως εξήγησε, στο νησί η Μεγάλη Εβδομάδα ήταν παλαιότερα συνδεδεμένη με ακόμη μεγαλύτερη κατάνυξη, αλλά και με μια αυστηρή, ουσιαστική νηστεία, η οποία δεν αντιμετωπιζόταν ως τυπική υποχρέωση, αλλά ως βαθιά πνευματική στάση. Κάθε ημέρα είχε τη δική της σημασία, τα δικά της φαγητά και το δικό της τελετουργικό περιεχόμενο, γεγονός που δείχνει πως για τους παλαιότερους Ζακυνθινούς η διατροφή ήταν άρρηκτα δεμένη με τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή.
Κεντρική θέση στην πασχαλινή κουζίνα της Ζακύνθου κατέχει το αυγολέμονο, το οποίο η Μαρία Φιορεντίνου παρουσίασε ως ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά πιάτα της Λαμπρής. Όπως σημείωσε, η παρουσία του στο γιορτινό τραπέζι δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται με τη μακραίωνη εμπειρία της νηστείας. Επειδή οι άνθρωποι νήστευαν αυστηρά ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα, δεν περνούσαν απότομα στην κατανάλωση κρέατος. Μεσολαβούσε ένα μεταβατικό στάδιο και αυτόν ακριβώς τον ρόλο επιτελούσε το αυγολέμονο, λειτουργώντας ως ενδιάμεσο πιάτο ανάμεσα στη νηστεία και στο κρεατικό γεύμα που ακολουθούσε τη Δευτέρα του Πάσχα. Έτσι αναδεικνύεται όχι μόνο η γαστρονομική, αλλά και η συμβολική του σημασία.
Η λαογράφος αναφέρθηκε εκτενώς και στις διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στην πόλη και στα ορεινά χωριά της Ζακύνθου. Όπως τόνισε, το αυγολέμονο ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένο με την πόλη, ενώ στις ορεινές περιοχές συναντούσε κανείς και άλλα φαγητά, ακόμη και αρνί σε ορισμένες περιπτώσεις. Η διαφοροποίηση αυτή δεν σχετίζεται μόνο με τις γευστικές προτιμήσεις, αλλά και με ιστορικές και πληθυσμιακές επιδράσεις. Στα ορεινά της Ζακύνθου εγκαταστάθηκαν πληθυσμοί από την Πελοπόννησο, οι οποίοι μετέφεραν μαζί τους ήθη, τραγούδια και διατροφικές συνήθειες, επηρεάζοντας βαθιά την τοπική κουζίνα.
Στο ίδιο πλαίσιο, έγινε ιδιαίτερη αναφορά και στο πράσοσέλινο, ένα ακόμη ξεχωριστό φαγητό που συναντάται κυρίως στη Λιθακιά και στο Κερί. Πρόκειται για πιάτο με κρέας, πολύ σέλινο και πράσα, στο οποίο στο τέλος προστίθεται ντομάτα, και το οποίο καταναλώνεται τόσο τα Χριστούγεννα όσο και την ημέρα του Πάσχα. Μέσα από αυτό το παράδειγμα φάνηκε ξεκάθαρα πως το Πάσχα στη Ζάκυνθο δεν έχει μία μόνο έκφραση, αλλά πολλές, αφού κάθε χωριό κουβαλά τη δική του πολιτισμική διαδρομή και τη δική του γαστρονομική ταυτότητα.
Η Μαρία Φιορεντίνου υπογράμμισε ακόμη ότι παλαιότερα οι οικογένειες κρατούσαν πιο πιστά τα πατροπαράδοτα έθιμα και συνέχιζαν να παρασκευάζουν τα χαρακτηριστικά τοπικά φαγητά, ενώ σήμερα οι νεότερες γενιές δείχνουν συχνά μεγαλύτερη προτίμηση στο αρνί και στο κατσίκι, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο το αυγολέμονο και άλλα παραδοσιακά πιάτα της ζακυνθινής πασχαλινής κουζίνας.
Η συνέντευξη εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη περιήγηση στη λαογραφία ολόκληρου του νησιού. Όπως εξήγησε η λαογράφος, κάθε περιοχή της Ζακύνθου έχει τα δικά της υλικά, τις δικές της συνταγές και τις δικές της συνήθειες. Στα ορεινά, για παράδειγμα, παρατηρούνται περισσότερο φαγητά με λευκές σάλτσες, ενώ στον κάμπο και σε άλλες περιοχές η μαγειρική παράδοση ακολουθεί διαφορετικές διαδρομές. Η γειτνίαση με τη θάλασσα επηρέαζε επίσης καθοριστικά το τραπέζι, καθώς στις παραθαλάσσιες περιοχές υπήρχαν περισσότερα ψάρια και θαλασσινά, ενώ αλλού αξιοποιούνταν κυρίως χόρτα, τουρσιά, κάπαρη και άλλα προϊόντα της ζακυνθινής γης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η αναφορά σε προϊόντα που έφταναν στη Ζάκυνθο από άλλες περιοχές ή ακόμη και από το εξωτερικό, όπως ο ταραμάς, το χαβιάρι και το μαύρο πιπέρι. Τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν την παλιά εμπορική κίνηση του νησιού και τις σχέσεις του με άλλους τόπους, αποκαλύπτοντας ότι ακόμη και η πασχαλινή διατροφή συνδεόταν με ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτισμικών και οικονομικών ανταλλαγών.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στα έθιμα της πρώτης Ανάστασης και της Μεγάλης Παρασκευής. Η Μαρία Φιορεντίνου περιέγραψε με ζωντάνια τις φωτιές που άναβαν σε χωριά όπως οι Βολίμες και η Έξω Χώρα, καθώς και τα κρόταλα και τα κουδούνια που χρησιμοποιούνταν για να ξεσηκωθεί ο κόσμος και να μη χάσει την πρώτη Ανάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι φωτιές συνδέονταν με την εικόνα των Αποστόλων που περίμεναν κάτω από τον Σταυρό και ζεσταίνονταν, ενώ το χτύπημα διαφόρων αντικειμένων ερχόταν να υποκαταστήσει τις σιωπηλές καμπάνες των ημερών του Θείου Πάθους.
Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η αναφορά στα κόκκινα αυγά, τα οποία βάφονταν κυρίως τη Μεγάλη Πέμπτη, συχνά με φυσικούς ή παλαιότερους τρόπους. Όπως αναφέρθηκε, υπήρχαν ακόμη και τεχνικές διακόσμησης με λουλούδια, ώστε να αποτυπώνονται πάνω στο τσόφλι διάφορα σχέδια. Γύρω από τα αυγά είχαν αναπτυχθεί πολλές δοξασίες, συμβολισμοί και τοπικές αντιλήψεις. Σε ορισμένες περιοχές, ακόμη και το τσούγκρισμα είχε τη δική του ιδιαίτερη ορολογία και τους δικούς του κανόνες, ενώ αλλού αποφεύγονταν συγκεκριμένες χρήσεις των αυγών, επειδή θεωρούνταν ότι μπορούσαν να φέρουν κακοτυχία ή να επηρεάσουν αρνητικά την κτηνοτροφία.
Ξεχωριστή θέση στη συνέντευξη είχαν και οι λαμπριάτικες κουλούρες, καθώς και τα πασχαλινά ψωμιά. Η Μαρία Φιορεντίνου τόνισε ότι κάθε χωριό είχε το δικό του σχήμα, τα δικά του σχέδια και τα δικά του σύμβολα πάνω στις κουλούρες, αποδεικνύοντας τη δημιουργικότητα και τη συμβολική σκέψη των κατοίκων. Οι κουλούρες αυτές δεν αποτελούσαν απλώς αρτοσκευάσματα του γιορτινού τραπεζιού, αλλά έφεραν βαθύτερο νόημα, συνδεδεμένο με την Ανάσταση, την άνοιξη, τη ζωή και τη θρησκευτική πίστη. Μάλιστα, σε ορισμένα χωριά πραγματοποιούνταν ακόμη και δημοπρασίες τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα, με τα έσοδα να διατίθενται στην εκκλησία του χωριού.
Η λαογράφος αναφέρθηκε επίσης σε μια σειρά από μικρότερα, αλλά εξίσου αποκαλυπτικά έθιμα, που συνθέτουν τον ιδιαίτερο παλμό της ζακυνθινής Μεγάλης Εβδομάδας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το βράσιμο ρεβιθιών και κουκιών, η κατανάλωση φαγητών χωρίς λάδι τη Μεγάλη Παρασκευή, η αποχή από ορισμένες δουλειές του σπιτιού, όπως το σκούπισμα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο βιωνόταν συμβολικά το πένθος εκείνης της ημέρας, με τις νοικοκυρές να μη στρώνουν καν το τραπέζι.
Ιδιαίτερα ζωντανή ήταν η περιγραφή της ατμόσφαιρας μετά την πρώτη Ανάσταση και της προετοιμασίας για το γιορτινό τραπέζι. Έγινε λόγος για τη σφαγή των ζώων, για την αγωνία γύρω από το ποιος θα πάρει πρώτος το πρώτο σφαγμένο κρέας, το οποίο θεωρούνταν καλότυχο, αλλά και για τα ξεχωριστά φαγητά που ετοιμάζονταν εκείνες τις ώρες. Αναφέρθηκαν το αυγοκοφτό, τα εντεράκια, τα μυρωδικά, τα κόκκινα αυγά, τα σαλάμια, τα τυριά, το κρασί και το ξακουστό χοιρομέρι, που παρουσιάστηκε ως ο βασιλιάς του πασχαλινού τραπεζιού. Η Ανάσταση προβάλλει έτσι όχι μόνο ως θρησκευική κορύφωση, αλλά και ως επιστροφή της ζωής, της χαράς και της κοινής απόλαυσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά σε πιο εξειδικευμένα τοπικά έθιμα, όπως η χρήση δάφνης στο πέτο την ημέρα του Πάσχα στην πόλη της Ζακύνθου. Η συνήθεια αυτή συνδέθηκε με αρχαιότερες μνήμες και με τον θεό Απόλλωνα, ο οποίος θεωρούνταν πρώτος προστάτης του νησιού και απεικονιζόταν με δάφνινο στεφάνι. Μέσα από τέτοιες αναφορές γίνεται φανερό ότι η λαογραφία της Ζακύνθου αποτελεί ένα πολύτιμο πεδίο, όπου συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται το αρχαίο, το βυζαντινό, το χριστιανικό και το νεότερο στοιχείο.
Συνολικά, η συνέντευξη της Μαρίας Φιορεντίνου ανέδειξε με εντυπωσιακή πληρότητα ότι το Πάσχα στη Ζάκυνθο δεν είναι μια απλή γιορτή, αλλά ένα πολυεπίπεδο σύστημα εθίμων που αγγίζει τη θρησκεία, τη διατροφή, τη λαογραφία, την ιστορία, την τοπική κοινωνία και τη συλλογική μνήμη. Από το αυγολέμονο και τις λαμπριάτικες κουλούρες μέχρι τα κόκκινα αυγά, τις φωτιές, τις νηστίσιμες συνταγές, τις τοπικές παραλλαγές και τις παλιές δοξασίες, ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη πολιτισμική παρακαταθήκη που εξακολουθεί να συγκινεί και να εμπνέει. Το ουσιαστικό μήνυμα που προκύπτει είναι πως η Ζάκυνθος εξακολουθεί να κουβαλά ένα πολύτιμο πνευματικό και λαογραφικό απόθεμα, το οποίο αξίζει όχι μόνο να καταγραφεί, αλλά και να περάσει ακέραιο στις νεότερες γενιές.



