Υπό ιδιαίτερα δύσκολες και αμφισβητούμενες συνθήκες ξεκίνησε η δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη, με τη διαδικασία να διακόπτεται σχεδόν αμέσως μετά την έναρξή της, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων που καταγγέλλονται σχετικά με την καταλληλότητα της αίθουσας.
Η περιορισμένη χωρητικότητα του χώρου αποτέλεσε βασικό σημείο έντασης, καθώς στην αίθουσα παρίστανται περίπου 250 δικηγόροι, ενώ οι διαθέσιμες θέσεις για το κοινό δεν ξεπερνούν τις 120. Παράλληλα, καταγράφηκαν προβλήματα στην ακουστική, ενώ αρκετοί από τους παρευρισκόμενους που ταξίδεψαν από άλλες περιοχές δεν είχαν καν τη δυνατότητα να καθίσουν. Η κατάσταση οδήγησε σε έντονες διαμαρτυρίες, με συγγενείς θυμάτων να εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς την έδρα.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει χώρο για τους νομικούς εκπροσώπους, ζήτησε την αποχώρηση δημοσιογράφων από την αίθουσα, γεγονός που προκάλεσε περαιτέρω αντιδράσεις. Από την πλευρά της, η εισαγγελέας της έδρας υπογράμμισε την ανάγκη να προχωρήσει η διαδικασία, ξεκινώντας από τη νομιμοποίηση των συνηγόρων, παρά τις ενστάσεις για τις συνθήκες διεξαγωγής.
Σοβαρές επιφυλάξεις διατυπώθηκαν και σε νομικό επίπεδο, με συνηγόρους να επισημαίνουν ότι οι υφιστάμενες συνθήκες ενδέχεται να θέτουν ζήτημα δίκαιης δίκης, επικαλούμενοι σχετικές διατάξεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η τοποθέτηση εκπροσώπου των Δικηγορικών Συλλόγων, ο οποίος έκανε λόγο για υποτιμητική αντιμετώπιση της διαδικασίας και ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή μια υποβαθμισμένη διεξαγωγή της δίκης.
Την ίδια ώρα, έντονη ήταν η παρουσία πολιτών, εργατικών σωματείων, φοιτητικών συλλόγων και οργανώσεων στον χώρο, με πανό και συνθήματα που ζητούν απόδοση δικαιοσύνης και ασφαλείς μεταφορές. Ο αύλειος χώρος γέμισε από συγκεντρωμένους, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο με κεντρικά μηνύματα υπέρ της αποκάλυψης της αλήθειας.
Οι συγγενείς των θυμάτων εξέφρασαν εκ νέου την οδύνη και την αγανάκτησή τους για την πορεία της υπόθεσης. Τόνισαν ότι, τρία χρόνια μετά την τραγωδία, δεν έχει αποδοθεί ευθύνη, ενώ έθεσαν ερωτήματα για κρίσιμα ζητήματα της έρευνας, όπως η διαχείριση των θυμάτων και η απουσία συγκεκριμένων κατηγοριών σε βάρος εμπλεκόμενων φορέων. Παράλληλα, υπογράμμισαν την ανάγκη να ολοκληρωθεί η διαδικασία με ουσιαστικά αποτελέσματα και να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η ένταση δεν έλειψε ούτε εντός της αίθουσας, καθώς σημειώθηκε αντιπαράθεση μεταξύ συγγενών θυμάτων και κατηγορουμένου, με το κλίμα να παραμένει φορτισμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Η δίκη αφορά συνολικά 36 κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων σταθμάρχες και στελέχη οργανισμών και υπηρεσιών που σχετίζονται με τις μεταφορές, ενώ αναμένεται να καταθέσουν 350 μάρτυρες.
Σε πολιτικό επίπεδο, η έναρξη της διαδικασίας πυροδότησε έντονη αντιπαράθεση. Κυβερνητικές πηγές υπογράμμισαν ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να λειτουργήσει ανεπηρέαστα, χωρίς πιέσεις, ενώ κόμματα της αντιπολίτευσης έθεσαν ζήτημα πολιτικών ευθυνών και έκαναν λόγο για ελλείψεις στην προανακριτική διαδικασία. Παράλληλα, εκπρόσωποι κομμάτων βρέθηκαν στον χώρο της δίκης, εκφράζοντας τη στήριξή τους προς τις οικογένειες των θυμάτων.
Τρία χρόνια μετά την τραγωδία, η υπόθεση εξακολουθεί να αποτελεί βαθιά κοινωνική πληγή, με τη διαδικασία της δίκης να ξεκινά μέσα σε ένα κλίμα έντασης, αμφισβήτησης και έντονων απαιτήσεων για πλήρη διαλεύκανση και δικαίωση.



