Παναγιώτης Αμπελάς: «Οι Ζακυνθινοί ζουν για για να διασκεδάσουν και πεθαίνουν για να διασκεδάσουν»

Facebook
Twitter
Email
LinkedIn
Pinterest
Print

Οι Ζακυνθινοί ζουν για για να διασκεδάσουν και πεθαίνουν για να διασκεδάσουν

Με την παραπάνω διαπίστωση για τον ζακυνθινό λαό καταλήγει ένας ξένος περιηγητής, που σύμφωνα με τον Α. Γαήτα, επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο την περίοδο του καρναβαλιού και εντυπωσιάστηκε από τις παραδόσεις των ντόπιων εκείνη την περίοδο του χρόνου. Και, άραγε, πώς να μην εντυπωσιαστεί κανείς, τότε, από το Ζακυνθινό καρναβάλι, το οποίο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της τζαντιώτικης ψυχής.

Το Ζακυνθινό καρναβάλι ξεκίνησε στη Ζάκυνθο γύρω στα 1490, σαν μια φιέστα στο αρχοντικό του βενετού προβλεπτή στο κάστρο, όπου βρισκόταν και η πόλη, η οποία δεν ξεπερνούσε τις εκατό οικογένειες. Ο προβλεπτής, πιθανώς, πεθυμώντας τους χορούς του καρναβαλιού στην πλατεία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, διοργάνωσε ένα καρναβαλικό φεστίνι για να ικανοποιήσει τη δίψα του για διασκέδαση, όπως στην πατρίδα του. Αυτή η μικρή εκδήλωση, όμως, είχε σαν αποτέλεσμα η Ζάκυνθος να βυθιστεί στην βενετσιάνικη παράδοση του καρναβαλιού σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα πάντα να υπολειτουργούν κατά την διάρκεια του. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας και της σύντομης Γαλλόκρατίας, το καρναβάλι ξεκινά από του Αι Γιαννιού μέχρι και το βράδυ της Κυριακής του Τυροφάγου, όπου σύσσωμοι οι ζακυνθινοί κήδευαν τον καρνάβαλο. Επί τη Αγγλοκρατία, το καρναβάλι περιορίστηκε στις δύο τελευταίες εβδομάδες της Αποκρεάς και της Τυρινής. Παρά το γεγονός, ότι ο περιορισμός έγινε νόμος για όλα τα νησιά, φημολογείται ότι η πρωτοβουλία για το “κόψιμο” του καρναβαλιού άνηκε στο γερουσιαστή Αναστάσιο Βολτέρρα, ο οποίος προσπάθησε με αυτό το τρόπο να εμποδίσει το υιό του να κατασπαταλεί την πατρική περιουσία στο καρναβάλι.

Το τζαντιώτικο καρναβάλι, όπως και το βενετσιάνικο, δεν έχει οργανωμένες παρελάσεις ούτε καταστροφικές διαθέσεις, αντίθετα η ψυχή του καρναβαλιού ήταν τα φεστίνια και αργότερα οι καβαρκίνες. Τα μεν φεστίνια, ήταν μαζώξεις καρναβαλιστών σε σπίτια, όπου η μουσική και το τραγούδι δεν είχαν σταματημό, τα πόδια πονούσαν από το χορό και ποτό έρεε άφθονο. Από τον 16ο αιώνα έως και τον 18ο τα φεστίνια διοργανωνόταν σε σπίτια από τους ιδιοκτήτες τους ή από παρέες που ενοικίαζαν το σπίτι για ένα βράδυ. Υποχρεωτικό χαρακτηριστικό των φεστινιών, πέρα από τα γνωστά (μουσική-χορός), σύμφωνα με τον Α. Γαήτα, είναι και η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων δωματίων μέσα στο σπίτι που ήταν αφιερωμένα στις ερωτικές περιπτύξεις των παρευρισκομένων. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας και της Γαλλοκρατίας, στα φεστίνια αυτά δεν υπήρχε κανένας απολύτως έλεγχος και οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να διασκεδάσουν, όπως αυτοί ήθελαν. Αντίθετα, στην Αγγλοκρατία οι ελευθερίες των καρναβαλιστών περιορίστηκαν σημαντικά. Παρά το γεγονός της απόλυτης ελευθερίας, υπήρχε διαφορά μεταξύ των φεστινιών που διοργανώνονταν από ευγενείς και εκείνων που διοργανώνονταν από τις κατώτερες τάξεις. Στα κοντέικα φεστίνια, οι παρευρισκόμενοι χόρευαν το μινουέτο, το κουτέλιο, τη ροζέτα και άλλους ευρωπαϊκούς χορούς ενώ συνηθιζόταν να βγαίνουν μπροστά καλεσμένοι και να τραγουδούν. Στα λαικά φεστίνια, οι παρευρισκόμενοι χόρευαν υπό τους ήχους των ταμπουρλονιάκαρων και του βιολιού το συρτό, το γιαργιτό, το τσάμικο κ.α. Από τον 19ο αιώνα και μετά την Ένωση, τα φεστίνια σε σπίτια έδωσαν την θέση τους στις καβαλκίνες, όπου ήταν χοροί σε αποθήκες σταφίδας, στις λέσχες, στο θέατρο και σε λαϊκά κέντρα, όπως το καζίνο του Παπά-Τσετσέ στους Κήπους.

Ένα από τα πιο βασικά στοιχεία του καρναβαλιού είναι, φυσικά η μεταμφίεση. Αναγκαίο καρναβαλικό ένδυμα στα βενετσιάνικα χρόνια ήταν η μπαούτα και η μορέτα(μάσκα). Η μπαούτα ήταν ένα μαύρο μανδύας με κουκούλα, που κάλυπτε όλα το σώμα και μαζί με την μορέτα απέκρυπτε την ταυτότητα του καρναβαλιστή. Στην πάροδο των χρόνων, η μπαούτα έδωσε τη θέση της στα ντόμινα, στις δαντελωτές στολές και στις πάνινες μάσκες. Γενικά, η χρήση της μπαούτας και της μορέττας ήταν συχνή όλο το χρόνο και όχι μόνο κατά την διάρκεια του καρναβαλιού και ειδικά από τις γυναίκες όταν έβγαιναν στον δρόμο ή παρακολουθούσαν κάποια εκκλησιαστική εκδήλωση. Ωστόσο, η ορθόδοξη εκκλησία και βενετική γερουσία προσπαθούσε να περιορίσει τη χρήση της μάσκας, η μεν πρώτη για λόγους ευσέβειας, η δε δεύτερη για να περιορίσει τα εγκλήματα που γίνονταν από μασκοφόρους, οι οποίοι εισέβαλαν σε σπίτια, εκκλησίες ή δολοφονούσαν. Στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, η κυκλοφορία μασκοφόρων απαγορεύτηκε ρητώς ακόμη και κατά την διάρκεια του καρναβαλιού. Έτσι, οι καρναβαλιστές έπρεπε να τις κρατούν μέχρι να μπουν στο χώρου του φεστινιού. Η τάση, όμως, των καρναβαλαστών να κάνουν περιπάτους μασκαρεμένοι, σ’όλη τη πεδινή Ζάκυνθο, έμεινε αμείωτη όλα τα χρόνια, γεγονός, που επιβεβαιώνεται από αυτό το λαϊκό ποιηματάκι:

“Μάσκαρες από το Αργάσι

κυνηγούν τον Πελεκάση,

Μάσκαρες από το Λούρο,

κυνηγούν τον Πρεβεδούρο,

μάσκαρες από την Αγρία

κυνηγούν τον Ξυδία.”

Το Ζακυνθινό καρναβάλι είναι στενά συνδεμένο με την απελευθέρωση των γυναικών και τον έρωτα. Οι γυναίκες από τον 17ο αιώνα εμφανίζονται εγκλωβισμένες στις πατρικές και συζυγικές τους κατοικίες, μη μπορώντας να κυκλοφορήσουν ελεύθερα χωρίς τις μάσκες ή την τζελουζία τους (αυτό ισχύει για τις ανώτερες τάξεις αλλά δεν διαφέρει και πολύ από τις κατώτερες). Έτσι, το καρναβάλι ερχόταν σαν μια σωτήρια στιγμή, όπου οι γυναίκες μπορούσαν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους, να γιορτάσουν, να γελάσουν και φυσικά να ερωτευτούν. Έτσι, προστατευόμενες από την μπαούτα και την μορέττα κατάφερναν να εκπληρώσουν τον πόθο τους για ρομαντικές στιγμές. Αυτό, βέβαια, δεν ισχύει μόνο για τις νεαρές κοπέλες αλλά και για τις μεγαλύτερες σε ηλικία, οι οποίες εκπλήρωναν ξεχασμένους έρωτες. Από την άλλη πλευρά, οι νεαροί άνδρες προσπαθούσαν να πλησιάσουν τις διάφορες γυναίκες, που υποψιάζονταν ποιές ήταν πραγματικά πίσω από την μάσκα και να ερωτευτούν πραγματικά την γυναίκα που θα παντρευόντουσαν Ωστόσο, πολλές φορές, προς έκπληξη (πολύ αργά, μάλλον), πίσω από τη μάσκα της κοπέλας που κάποιος νεαρόw διεκδικούσε ολoνυκτίς βρισκόταν κάποια κυρία πολύ μεγαλύτερη, απ’οτι περίμενε ο νεαρός και ούτε με τα όμορφα χαρακτηριστικά που φανταζόταν αυτός. Απόδειξη αποτελεί το παρακάτω ποιηματάκι:

“Ήταν αριά τα δόντια τση, είχανε χαραμάδες,

κι εμπινοβγαίναν τα μύρα και παίζανε αμάδες

Η μύξ’από τη μύτη τση έτρεχε σαν τη βρύση

αν είχα σίγλο όλοκληρο ήθελε να γιομήσει”

Η γκιόστρα, επίσης, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του ζακυνθινού καρναβαλιού για πολλά χρόνια. Η γκιόστρα ξεκίνησε, επίσημα στη Ζάκυνθο το 1656 με επικύρωση του Capitan General Lazaro Moncenigo και καθιερώθηκε το αγώνισμα να γίνεται την Πέμπτη της Τυρινής. Από το συμβούλιο των ευγενών εκλέγονταν ο Maestro de campo, ο οποίος θα διοργάνωνε και θα επιτηρούσε τους αγώνες. Όλοι οι άρχοντες πάσκιζαν να αποκτήσουν το αξίωμα αυτό για συνοδευόταν από ιδιαίτερη τιμή για την οικογένεια του. Η γκιόστρα, λοιπόν, γινόταν στην Πλατεία Ρούγα, αφού οι συμμετέχοντες, οι ευγενείς και ο κλήρος περνούσαν μπροστά από το λαό στο Φόρο. Ο εκστασιασμός και η αγάπη για το θέαμα της γιόστρας στη Ζάκυνθο ήταν τεράστιος και, έτσι σύσσωμη η ζακυνθινή κοινωνία με στεφάνια, μυρτιές και σημαίες κατέβαινε στη Πλατεία Ρούγα να δει το θέαμα αυτό. Οι καβαλάρηδες, οι οποίοι άνηκαν υποχρεωτικά στην ανώτατη τάξη των ευγενών, φορούσαν μεταξωτό πουκάμισο, περιώμιο, και σπαθί στη ζώση. Σκοπός του πρώτου αγωνίσματος ήταν να χτυπήσουν ένα φτερό που το κρατούσε μια μαύρη κούκλα και το έπαθλο ήταν ένα ασημένιο σπαθί. Στο δεύτερο αγώνισμα, σκοπός ήταν να περάσουν την λόγχη τους μέσα από δύο κρεμασμένους κρίκους και το έπαθλο ήταν ασημένια σπιρούνι. Η τιμή της νίκης ήταν πάρα πολύ σημαντική για τους νεαρούς αυτούς κόντηδες, που γίνονταν το επίκεντρο της ημέρα εκείνης. Ωστόσο, το όμορφο αυτό ζακυνθινό έθιμο σταμάτησε απότομα το 1739 μετά την δολοφονία του συνδίκου Πέτρου Μακρή από τον Ευάγγελο Μαρίνο Δε Λαζάρη, κατά την διάρκεια της γιορτής. Επί Αγγλοκρατίας, το έθιμο επέστρεψε για την ψυχαγωγία των Άγγλων στρατιωτικών που λάτρευαν τα θεάματα, αλλά η αίγλη του είχε πλέον χαθεί.

Από που να ξεκινήσει κανείς και που να τελειώσει, θέλοντας να μιλήσει για τις ζακυνθινές ομιλίες, γιαυτό συγχωρέστε με για την συντομία της αναφοράς μου σ’αυτές. Οι ομιλίες ξεκινούσαν στην Ζάκυνθο την Τσουκνοπέμπτη, στους δρόμους της πόλης και των χωριών. Η γέννηση των ομιλιών είναι ίδια με τον ερχομό του βενετσιάνικου καρναβαλιού στη Ζάκυνθο. Οι ομιλίες, αποτελούν, θεατρικά με σατιρικό περιεχόμενο για τις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις που επικρατούν. Οι ηθοποιοί ήταν όλοι άντρες, οι οποίοι υποδύονταν και τους γυναικείους ρόλους φορώντας τα πιο αστεία ρούχα και χαρακτηριζόταν από δυνατή και βροντερή φωνή. Η απαγγελία του έργου γινόταν με τη χρήση της ιδιότυπης και ιδιόρρυθμης ζακυνθινής προφοράς, σέρνοντας της καταλήξεις των λέξεων. Το θεατρικό γινόταν συνήθως μέσα σε ένα κύκλο όπου είχε δημιουργηθεί από τους παρευρισκομένους θεατές, σε διάφορα σημεία της χώρας ή στο κέντρο των χωριών. Εν συντομία, θα αναφέρω μερικές από τις πιο γνωστές για εκείνη την εποχή ομιλίες: Η θυσία του Αβραάμ, Η Ερωφίλη, Η Γαιδουροκαβάλα, ο Χωριάτικος Γάμος, η Χρυσαυγή, Ο κρίνος και η Ανθία κ.α. Παράλληλα, με τις ομιλίες γίνονταν και άλλα θετρικά-πειράγματα από τους ζακυνθινούς καλλιτέχνες, όπως ο κινέζικος γάμος, το Γαμπροπάζαρο (όπου γυρνούσαν πάνω σ’ένα κάρο τους πιο άσχημους και τους προξένευαν στις περαστικές κυρίες), Ο Μποναπάρτης και η σόρα Άτζουλα κ.α. Ένα από τα πιο γνωστά ήταν “οι Κεφαλλονίτες Εργάτες”, όπου ορισμένοι μαντσιαδόροι γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και σε διάφορα μαγαζιά προτείνοντας εργασία και κοροϊδεύοντας την “τσιγκουνιά” των Κεφαλλονιτών. Οι ομιλίες δεν ήταν αυτοσχέδια έργα, αλλά αντίθετα ήταν πολύ προσεγμένα θεατρικά δημιουργήματα λαϊκών μυαλών, τα υπόλοιπα, δρώμενα όπως οι Κεφαλλονίτες εργάτες ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσχέδια.

Το τέλος του καρναβαλιού ήταν το “πόβερο καρναβάλι”, όπου γινόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής και ουσιαστικά αποτελούσε ένα διασκεδαστικό αποχαιρετισμό στην όμορφη αυτή περίοδο. Φυσικά, μια μπάντα συνόδευε ένα φέρετρο με ένα ανδρείκελο μέσα, που φορούσε καπέλο. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ντυμένοι στα μαύρα, περιέφεραν το φέρετρο στο Πλατύφορο και “έκλαιγαν” τον “νεκρό” υπό τους ήχους πένθιμης μουσικής. Και κάπως, έτσι, τελείωνε το ζακυνθινό καρναβάλι και το φιόρο του Λεβάντε ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τη σκληρή περίοδο της Σαρακοστής, με την νηστεία που την συνοδεύει.

Εν κατακλείδι, αυτό ήταν, εν συντομία , το ζακυνθινό καρναβάλι, που πέρασε και χάθηκε σαν μακρινή ανάμνηση. Τίποτα πλέον, δεν θυμίζει αυτές τις όμορφες εικόνες όπου κυριαρχούσε η διασκέδαση αλλά και η δημιουργία. Το καρναβάλι δεν είναι οι παρελάσεις, οι επιτροπές και τα τουριστικά γκρούπ, αλλά, αντίθετα, είναι εκείνη η ζάλη του καρναβαλικού χορού υπό τους ήχους της μουσικής, είναι εκείνοι οι “μουρλοί” που παίζουν τις υπηρέτριες σε μια ομιλία, είναι οι μάντσιες που προκαλούν οργή και γέλιο μαζί. Αυτά είναι το ζακυνθινό καρναβάλι. Αντί να μετράμε, λοιπόν, πόσοι τουρίστες θα μπουν για να δουν το ¨καρναβάλι¨ και πόσες καρναβαλικές επιτροπές θα φτιάξουμε ακόμα, καλύτερα να αφοσιωθούμε σε κάτι πολύ σημαντικό… Να επανακτήσει το ζακυνθινό καρναβάλι την ταυτότητα του και να σταματήσει να μαϊμουδίζει προσπαθώντας να φέρει εμπορικές παραδόσεις άλλων τόπων, που δεν του ταιριάζουν.

Παναγιώτης Αμπελάς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Συμφωνώ με τους όρους και την Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.